October 6, 2018

Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη στην Αντικατοχική Εκδήλωση του Δήμου Αμμοχώστου

Παρευρίσκομαι για άλλη μια χρονιά στην αντικατοχική εκδήλωση που διοργανώνει ο Δήμος Αμμοχώστου, για να διατρανώσω μαζί σας, μαζί με τις τόσες γενεές Αμμοχωστιανών, την ισχυρή μας βούληση – και θέλω να το τονίσω - να συνεχίσουμε να διεκδικούμε μέχρι και την τελική δικαίωση την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας, Αλλά την ίδια ώρα και μια κίνηση ίσως που θα μπορούσε να διευκολύνει, να αλλάξει το κλίμα, να κτίσει πραγματικά αισθήματα εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινοτήτων θα ήταν η επιστροφή της Αμμοχώστου. Είναι παράλογα τα όσα παρακολουθούμε. Μια πόλη φάντασμα, δεν κατοικείται από Τουρκοκύπριους, δεν χρησιμοποιείται για δήθεν οικιστικές ανάγκες. Κρατείται ως ένα χαρτί διαπραγμάτευσης. Η διεθνής κοινότητα παρά τα ψηφίσματα παρακολουθεί με απάθεια, δυστυχώς. Εμείς προσπαθούμε, όχι μια αλλά πολλάκις τέθηκε ως μέτρο πραγματικά οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ένα μέτρο που θα δημιουργούσε και θα άλλαζε εντελώς το κλίμα που επικρατεί. Όμως, και αυτό το λέω προς κάθε κατεύθυνση, ποιοι δεν επιτρέπουν την επιστροφή των κατοίκων της Αμμοχώστου; Οι Τουρκοκύπριοι ή ο τουρκικός στρατός; Ποιοι δεν θα επιτρέψουν τη διάνοιξη του οδοφράγματος της Δερύνειας; Η αμέλεια η δική μας ή η εμμονή να υπάρχει και να παρίσταται και να διατηρείται τουρκικό φυλάκιο; Κάποια στιγμή θα πρέπει όλοι να προβληματιστούμε πού είναι πραγματικά το πρόβλημα. Γιατί τόσοι και τόσοι Πρόεδροι, με πάντα τη βούληση και την αποφασιστικότητα για επίλυση του Κυπριακού απέτυχαν. Πού βρισκόταν η αδυναμία εξεύρεσης λύσης; Γιατί εμείς δεν θέλαμε τη λύση; Γιατί οι Ελληνοκύπριοι, που ήσαν τα θύματα της εισβολής δεν ήθελαν την επιστροφή των προσφύγων, την ανάκτηση των περιουσιών, την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Ορθώς ελέχθη, Δώσαμε ολόκληρο αγώνα και έχουμε υποστεί θυσίες ως λαός, προκειμένου να ενταχθούμε στην Ευρώπη, όχι γιατί ήταν ένα εύσημο ή καπρίτσιο. Ήταν γιατί ξέραμε πως μπαίνοντας στην Ευρώπη δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις, η λύση του Κυπριακού με την εφαρμογή του κεκτημένου να προστατεύσει όχι μόνο τους Ελληνοκύπριους αλλά και τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους. Και είναι αυτό που προσπαθήσαμε να μεταδώσουμε να μεταφέρουμε να μεταπείσουμε κάποιους, ότι επιτέλους κατανοείστε πως αν θέλουμε να επιβιώσουμε και να συμβιώσουμε αλλά και ειρηνικά να συνδημιουργήσουμε αυτό που απαιτείται είναι πρώτον, αλληλοσεβασμός. Δεύτερον, είναι το νέο καθεστώς πραγμάτων που δεν είναι άλλο από τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη βάση των Συμφωνιών Κορυφής, στη βάση των ψηφισμάτων, στη βάση των όσων για τα όσα χρόνια γίνεται ο διάλογος. Αλλά για να γίνει αυτό κατορθωτό και να μπορεί το κράτος να είναι λειτουργικό πριν και πάνω από όλα, για να μην καταρρεύσει την επομένη, να είναι βιώσιμο, να μπορεί να δημιουργεί τις προϋποθέσεις της προκοπής, απαιτείται επιτέλους να απεξαρτηθούμε, να εγκαταλειφθούν οι δεσμοί που έχουν δημιουργήσει τα προβλήματα. Δεν νοείται σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος – και προκαλώ τον οποιονδήποτε να μου δώσει ακόμα ένα παράδειγμα από την παγκόσμια σκηνή - μια χώρα ανεξάρτητη, μέλος της ΕΕ να χρειάζεται να την εγγυάται μια τρίτη χώρα. Πότε επιτέλους θα κατανοήσουμε και ιδιαίτερα οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας θα κατανοήσουν ότι αν εμείς οι Κύπριοι δεν κατορθώσουμε – που θα μπορούσαμε αν αφήνονταν ελεύθεροι - να βρούμε τον τρόπο που θα μας οδηγήσει στη λύση, να μην αναμένουν ότι αυτό θα το πράξει εκείνος που ισχυρίζεται ότι τους προστατεύει. Αυτό που προστατεύει η Τουρκία είναι τα δικά της συμφέροντα. Και δεν θέλω να κάνω αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα για να γίνω πειστικός. Ότι, δεν είναι τους Τουρκοκύπριους που γνοιάζεται να προστατεύσει η Τουρκία, αλλά να εξυπηρετήσει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα. Αρκεί να αναφέρω μόνο ότι το τεμάχιο 10 που έχει αδειοδοτηθεί στην ExxonMobil με βάση τους τουρκικούς ισχυρισμούς δεν άνηκε τάχα στην ΑΟΖ της Κύπρου και δωρίστηκε, εδόθη στην τότε κυβέρνηση της μουσουλμανικής αδελφότητας. Αυτά ας προβληματίσουν τους συμπατριώτες μας. Ας προβληματίσει τι είναι αυτό που επιδιώκει μια τρίτη χώρα από την Κύπρο. Και ας έρθουν κοντά. Έδωσα δείγματα γραφής για την αποφασιστικότητα, τη βούληση και την ετοιμότητα μου να διαπραγματευτώ και να επιτύχω λύση. Σε δύσκολους καιρούς στάθηκα και πρωτοστάτησα, ανεξάρτητα πολιτικού κόστους, προκειμένου να γίνει αποδεκτή μια πρόταση των Ηνωμένων Εθνών. Ο λαός, με όλα τα δικαιώματα που τον διακρίνουν, διαφορετικά αποφάσισε. Απόλυτα σεβαστή η απόφαση του λαού, των πολιτικών ηγεσιών, των όσων είχαν τη διαφορετική αντίληψη. Αλλά δεν δέχομαι και το θεωρώ προσβολή από κάποιους να θεωρούν πως τάχα ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι έτοιμος τάχα να αποδεχθεί τη λύση δύο κρατών. Πως δεν είναι έτοιμος να προβεί σε εκείνες τις ενέργειες προκειμένου να πετύχουμε λύση του προβλήματος μας. Με θλίβει ειλικρινά, γιατί γνωρίζουν καλά ότι έπραξα και πράττω ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, αλλά και δεν είμαι έτοιμος και θέλω να το καταστήσω σαφές, να προχωρήσω στην όποια λύση, απλά για να ικανοποιούνται κάποιοι ότι τάχα εργαζόμαστε για λύση. Όλοι θα πρέπει να έχουμε κατά νου, και εμείς και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, αλλά και οι διεθνείς δυνάμεις, ότι δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική για βιώσιμη λύση, όταν οι αξιώσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς ή της Τουρκίας είναι τέτοιες που δεν θα επιτρέψουν τη λειτουργικότητα της, που δεν θα επιτρέψουν την αυτονομία των Κυπρίων για να μπορούν να διαχειριστούν τις τύχες τους, που δεν θα επιτρέψουν το αίσθημα ασφάλειας, που δεν θα επιτρέψουν να ανατραπεί το αίσθημα της αδικίας από την κατοχή των περιουσιών μας. Δεν θα είναι βιώσιμο ένα κράτος που θα είναι πρωτότυπο, που θα είναι ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης με όλα όσα συνεπάγονται οι αξιώσεις από πλευράς Τουρκίας, δηλαδή συνέχιση εγγυήσεων με δικαίωμα αναθεώρησης μετά 15 ή δέκα χρόνια. Αλλά η αναθεώρηση δεν είναι το τέλος. Απαιτεί παρουσία εσαεί τουρκικού στρατού. Απέχουν μόλις 60 χλμ. Έχουν ανάγκη οι Τουρκοκύπριοι της παρουσίας στρατού για να θεωρούνται ασφαλείς όταν προσφέρονται τόσες και τόσες άλλες μέθοδοι, είτε διότι προβλέπονται στον Χάρτη των ΗΕ είτε από τη Συνθήκη της ΕΕ. Και ύστερα – το έχω πει πολλές φορές προς τους ίδιους – τα παθήματα μας έγιναν μαθήματα. Είμαστε έτοιμοι με πλήρη σεβασμό προς τους συμπατριώτες μας να κάνουμε και έγιναν υποχωρήσεις, αλλά την ίδια ώρα και οι ίδιοι πρέπει να σεβαστούν αυτό το αίσθημα δικαίου, το αίσθημα ασφάλειας που πρέπει να έχουν και οι Ελληνοκύπριοι. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ότι θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η αξίωση της Τουρκίας, γιατί έτσι θα πετυχαίναμε τη λύση, με την αξίωση ισοτίμου μεταχείρισης Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων. Οι Έλληνες δεν έχουν καμιά προνομιακή μεταχείριση. Τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης όπως και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πολίτες. Εάν κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τους Τούρκους υπηκόους, σε ελάχιστο χρόνο, οι 800 χιλιάδες θα ήταν η μειοψηφία. Η Λιβανοποίηση θα επιτυγχάνετο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Όταν κάποιοι αξιούν – και μιλώ για τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας – ότι για κάθε απόφαση του κράτους θα πρέπει να υπάρχει μια θετική τουρκοκυπριακή ψήφος, ποιος επιτέλους αποφασίζει; Τους αντιπρότεινα ότι δεκτή η θέση σας, εάν και εφόσον επηρεάζεται αρνητικά η τουρκοκυπριακή κοινότητα αρκεί να υπάρχει και ένας αποτελεσματικός μηχανισμός επίλυσης των διαφορών που θα αναφύονται. Δεν δέχομαι συνεπώς να ακούω ότι από τη μια είχαμε φτάσει στο παρά ένα στο Κραν Μοντανά, αλλά από την άλλη ο Αναστασιάδης δια των ενεργειών του απέρριψε τη λύση. Ας μου απαντήσουν όσοι με κατηγορούν, αν θα αποδέχονταν τα όσα προανέφερα. Ας μου απαντήσουν όσοι λένε ότι δεν προσέρχομαι σε συνομιλίες τι δεν έπραξα για να επαναρχίσει ο διάλογος. Ακόμα πρόσφατα, στη Γενική Συνέλευση των ΗΕ, στη συνάντηση μας με τον ΓΓ, στη συνάντηση με τα πέντε Μόνιμα Μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, διαβίβασα σαφέστατα τη θέση, την ετοιμότητα, την αποφασιστικότητα επιτέλους να εξευρεθούν τρόποι για να επαναρχίσει ο διάλογος. Και ο μόνος τρόπος είναι να γίνει δεκτή η μέχρι σήμερα πρόοδος, να γίνει δεκτό και από την άλλη πλευρά το περίγραμμα θέσεων του ΓΓ προς το οποίο εμείς ανταποκρινόμενοι και δείχνοντας την καλή μας θέληση, έχουμε γραπτώς τοποθετηθεί, κατ΄αντίθεση με την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους. Θα προσπαθήσω και θα συνεχίσω προς κάθε κατεύθυνση να εμμένω ότι θα πρέπει (να συνεχίσει διάλογος) – γιατί χωρίς διάλογο δεν υπάρχει προοπτική να εξευρεθεί λύση. Και ενδεχομένως ορθώς ελέχθη και από τον Δήμαρχο Αμμοχώστου και από πολλούς άλλους, ότι ίσως ένας τρόπος δημιουργίας επιτέλους ενός άλλου κλίματος, μιας ελπίδας που θα δώσει προοπτική στον διάλογο είναι η επιστροφή της Αμμοχώστου στους νόμιμους πολίτες ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης, δείγμα καλής θέλησης, καλών προθέσεων από πλευράς Τουρκίας, έτσι ώστε επιτέλους και οι Ελληνοκύπριοι να πιστέψουν ότι κάτι κινείται, κάτι μεταβάλλεται, κάποιοι επιτέλους αποφάσισαν να δώσουν ώθηση στη λύση. Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως νιώθω απόλυτα την πικρία να βρίσκεστε μερικά μέτρα μακριά από την αγαπημένη πόλη σας και πόλη μας όλων εξάλλου, και θέλω επίσης να σας διαβεβαιώσω ότι θα πράξω ό,τι μου είναι ανθρώπινα δυνατόν, για να ανταποκριθώ στο αίσθημα και στις προσδοκίες, όχι μόνο τις δικές σας αλλά και ολόκληρου του κυπριακού λαού.